Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Διθύραμβοι καi Ραψωδίες


Η λογοτεχνία του καιρού μας
(Νίκος Ξυδάκης, Καθημερινή)
Η γραφή είναι ένα συνεχές: από τα ολιγόλεκτα sms και τα τουίτ έως τα ποστ και τα στάτους στα μπλογκ και στο Facebook, και από κει στις πιο γνωστές φόρμες του διηγήματος, του δοκιμίου κ.ά. H λογοτεχνία του καιρού μας γράφεται σε διαδικτυακές φωλιές. Είναι αυτή η οιονεί ημερολογιακή καταγραφή της ζωής, το διαρκώς άγρυπνο βλέμμα στον εαυτό, στους άλλους, στην κοινωνία, στο σινεμά, στα ματς, στις μουσικές· αυτή η παλίνδρομη κίνηση από το εγώ στο εμείς, η παράδοξη υπερέκθεση του εαυτού στα δημόσια fora, η μοναξιά που επιδεικνύεται σοκαριστικά, η συνενοχή του τρολαρίσματος, ο άτυπος συναγωνισμός της ατάκας, τα αόρατα δίκτυα, οι φυλές που αναπτύσσουν και μοιράζονται ένα ιδιόλεκτο, και ωριμάζουν μαζί με το ιδιόλεκτο, και το ιδιόλεκτο σπάει, σκορπάει, διαφορίζεται, και ιδού από τη φυλή των μπλόγκερ ξεπηδούν διαφορετικοί γραφιάδες, με ύφος, με προσωπικότητα, με ονοματεπώνυμο.
Οld Boy
(Θωμάς Τσαλαπάτης, Εποχή)
Τα σύντομα κείμενα του Old Boy είναι κείμενα που εκκρεμούν. Ανάμεσα στο διήγημα και την ποίηση, ανάμεσα στο αστείο και την εξομολόγηση, ανάμεσα στον στοχασμό και την αφήγηση. Έντυπα, αποσπώνται από τη μορφή του μπλογκ αλλά κουβαλούν ως ταυτότητα, χαρακτηριστικά που προκύπτουν από το ίδιο το μέσο. Το σταδιακό χτίσιμο της ιστορίας σε στρώσεις φράσεων, η οικοδόμηση πάνω στη βάση ενός αρχικού ευρήματος, ο προσωπικός τόνος, ο εξομολογητικός λυρισμός, ακόμα και το μέγεθος, το σχήμα αλλά και η προαναφερθείσα εκκρεμότητα προκύπτουν από τους άτυπους κανόνες του μπλόγκινγκ (ή καλύτερα μιας εκδοχής του). Έτσι, το βιβλίο καταφέρνει μια από τις σημαντικότερες αρετές του: να είναι λογοτεχνία χωρίς να παρακαλά για λογοτεχνικότητα, χωρίς να ζητιανεύει ή να προσποιείται, αυτάρκες στους εσωτερικούς του κανόνες, στα ευρήματα και στην καταιγιστική γραφή του. Μαζί, λοιπόν, με όλα αυτά -αλλά και λόγω όλων αυτών- το βιβλίο καταφέρνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο: να είναι ένα βιβλίο καινούργιο.
Το βιβλίο Old Boy, δικαιώνει τις παράπλευρες γραφές μας, τα σκαλίσματα σε θρανία και έδρανα, τα συνθήματα σε τοίχους που βάφτηκαν ή φθάρθηκαν, τα χαμένα sms που προσπάθησαν να στριμώξουν ένα συναίσθημα, συντάχτηκαν, καταγράφηκαν και ξεχάστηκαν, τις αφιερώσεις μας σε βιβλία που άλλαξαν χέρια, τα διαδικτυακά σχόλια και τους καβγάδες, τα μέιλ που δεν έφυγαν και εκκρεμούν. Γιατί αποσπασμένη από τους κοινωνικούς της τρόπους και τα αντίστοιχα φορτία, η γραφή παραμένει μια διαδικασία ενιαία. Μια διαδικασία συναρπαστική και γεννημένη κάθε φορά από την αρχή.
-
Όσοι δεν είναι αναγνώστες του ιστολογίου του μπορούν άφοβα να καταφύγουν στο βιβλίο με τις υψηλές προσδοκίες που θα είχαν από οποιοδήποτε έμπειρο παραμυθά. Όσοι πάλι είναι εξοικειωμένοι με τον τρόπο  γραφής του Old Boy, ας κρατήσουν μόνο κατά νου τη φόρμα, την εξομολογητική διάθεση και την τιμιότητα των αναρτήσεων και ας ετοιμαστούν για ένα ταξίδι με γλωσσικές ορθοπεταλιές σε ψυχεδελικά τοπία. Στο σύνολο των ιστοριών κυριαρχεί η κινηματογραφική ματιά προς τα μέσα και προς τα έξω, είτε πρόκειται για σουρεαλιστικές αφηγήσεις για τον έρωτα και τον θάνατο είτε για ευφυείς ασκήσεις αλληγορίας με σημείο εκκίνησης την πολιτική πραγματικότητα. Εβδομήντα κείμενα που προτείνουμε να διαβαστούν σκόρπια με την ίδια παιχνιδιάρικη διάθεση με την οποία γράφτηκαν και διαβεβαιώνουμε ότι θα επανέλθετε σε κάποια από αυτά περισσότερες φορές.
(Γεωργία Βαλωμένου, toportal)
Δεν παίζει όμως με τις λέξεις κάνοντας ρηχά λογοπαίγνια. Παίζει με τα νοήματα των λέξεων και πλάθει μέσα από το παιχνίδι του ιστορίες. Παίζει με την ίδια την έννοια της γλώσσας και αναζητά με ειλικρινή αγωνία το νόημα της ίδιας της γραφής. Παίζει με την έννοια της πραγματικότητας και της αντίληψής της, παίζει με ό,τι συνήθως θεωρούμε σταθερό ή δεδομένο, παίζει και με τον ίδιο τον εαυτό του.
Τα κείμενα του Oldboy δεν έχουν απαντήσεις ο Oldboy δεν ισχυρίζεται πως ξέρει το νόημα της ζωής. Δεν είναι ξερόλας και εξυπνάκιας ακόμα κι όταν το λεξο- παιχνίδι του γίνεται εξυπνακίστικο. Έχει ερωτήσεις και παλεύει να βρει την άκρη στο κουβάρι της ύπαρξης παίζοντας με τη γραφή, και καλεί τον αναγνώστη να παίξει μαζί του, απεμπολώντας τις όποιες του  βεβαιότητες

πλέι μολέξεις
(Κάπα Κάπα Μοίρης)
Μπορεί να μην έχει ζωγραφιές του Κβιντ Μπούχολτς το βιβλιαράκι του (μια παλάμη πράμα, λεπτό σαν το μικρό μου δάχτυλο, μα τόσο μεγάλο όσο δεν μπορείς να το πιστέψεις αντικρίζοντάς το) αλλά αν ήμουν Μπούχολτς και διάβαζα τον «άνθρωπο με τις ερωτήσεις» θα του ‘στελνα την ίδια μέρα κιόλας μια ζωγραφιά μου, εξώφυλλο για το επόμενο δημιούργημά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου